Όγκοι οστών

Εισαγωγή:
Διακρίνονται σε πρωτοπαθείς και μεταστατικούς.
Οι πρωτοπαθείς είναι όγκοι που προέρχονται από τη μετάλλαξη οστικών, χόνδρινων ή άλλων κυττάρων και αφορούν στα οστά, σε καρκινικά κύτταρα.
Διακρίνονται σε καλοήθεις και κακοήθεις. Με τον όρο καλοήθης όγκος εννοούμε τον όγκο ο οποίος συνήθως αναπτύσσεται τοπικά και με αργό ρυθμό, δεν έχει την δυνατότητα απομακρυσμένων μεταστάσεων και έτσι δεν είναι απειλητικός για τη ζωή του ασθενούς.
Αντίθετα κακοήθεις είναι οι όγκοι που αναπτύσσονται πολύ γρήγορα συνήθως (αυξημένος αριθμός κυτταρικών μιτώσεων), δίνουν απομακρυσμένες μεταστάσεις και αν δεν αντιμετωπιστούν σωστά και άμεσα μπορούν να οδηγούν τον ασθενή στο θάνατο.

Αίτια:
Τα αίτια που προκαλούν τη μετάλλαξη του αρχικού φυσιολογικού κυττάρου σε καρκινικό δεν είναι ακόμη με σαφήνεια γνωστά. Ενοχοποιούνται περιβαλλοντικοί παράγοντες, έκθεση σε ακτινοβολία ή χημικές ουσίες, αλκοόλ, κάπνισμα, καταστάσεις stress, κ.α., στις περισσότερες πάντως περιπτώσεις διαπιστώνεται αλλοίωση στο γενετικό υλικό, στην αλυσίδα δηλαδή του DNA με χαρακτηριστικές μεταθέσεις γονιδίων μεταξύ συγκεκριμένων χρωμοσωμάτων.

Συμπτώματα:
Συχνότερο σύμπτωμα είναι ο πόνος και ακολουθεί το οίδημα. Συχνά συνυπάρχουν. Μπορεί να εμφανιστεί δυσχέρεια στην κίνηση της παρακείμενης άρθρωσης. Σε προχωρημένη νόσο ή σε παραμελημένες περιπτώσεις ο πόνος μπορεί να γίνει πολύ μεγάλης έντασης που δεν υποχωρεί με συνηθισμένα παυσίπονα, μπορεί να εμφανιστεί απώλεια βάρους, πυρετός, λοιμώξεις, προπέτεια του όγκου, εξέλκωση δέρματος, πυρετός, ρίγος και ο ασθενής να έχει όψη πάσχοντος. Πάντως το συνηθέστερο σύμπτωμα που οδηγεί στον Ιατρό είναι ο επίμονος πόνος.

Διάγνωση:
Η σωστή διάγνωση είναι το ουσιαστικότερο ίσως βήμα για τη σωστή θεραπεία.
Καλύτερα είναι να απευθυνόμαστε σε εξειδικευμένο Ιατρό Ορθοπαιδικό Ογκολόγο.
Η κλινική εξέταση είναι σημαντική έτσι ώστε ο ασθενής να μην υποβάλλεται σε άσκοπες, δαπανηρές και χρονοβόρες εξετάσεις χάνοντας πολύτιμο χρόνο θεραπείας.
Η απεικόνιση του όγκου περιλαμβάνει την απλή ψηφιακή ακτινογραφία, το υπερηχογράφημα, την αξονική τομογραφία, τη μαγνητική τομογραφία το σπινθηρογράφημα οστών με ραδιενεργό τεχνήτιο (Tc99) καθώς και το PET-scan
Οι εργαστηριακές εξετάσεις αίματος δεν συνεισφέρουν σημαντικά στη διάγνωση της νόσου λόγω του ότι δεν είναι εξειδικευμένες. Επηρεασμένες μπορεί να είναι οι τιμές του αιματοκρίτη (χαμηλή), των λευκών αιμοσφαιρίων (υψηλή), η ταχύτητα καθίζησης (υψηλή), η C αντιδρώσα προτεΪνη (CRP – ποσοτική, υψηλή), η LDH ( γαλακτική αφυδρογονάση – υψηλή) καθώς και αλκαλική φωσφατάση (ALP – υψηλή) ενώ οι τιμές των καρκινικών δεικτών (AFP, CEA, CA-125, CA 19-9 και CA15-3) είναι περισσότερο σημαντικές σε περιπτώσεις διερεύνησης ή παρακολούθησης μεταστατικών όγκων στα οστά.
Η διάγνωση τίθεται μόνο με το πόρισμα της ιστολογικής εξέτασης. Παρόλα αυτά επειδή οι όγκοι αυτοί δεν είναι τόσο συχνοί αλλά και δύσκολοι στη διάγνωσή τους κάποιες φορές τα ακτινολογικά και κλινικά ευρήματα μπορεί να μην συμφωνούν με την ιστολογική διάγνωση. Έτσι η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ Ορθοπαιδικού, Ακτινολόγου και Παθολογοανατόμου είναι ιδιαίτερα σημαντική και δεν είναι λάθος ο επανέλεγχος του ιστοτεμαχίου της βιοψίας από τον παθολογοανατόμο ή ακόμη και η διενέργεια μοριακής ανάλυσης του όγκου σε αμφίβολες περιπτώσεις.
Η βιοψία είναι σημαντικότατο βήμα για τη διάγνωση και σχεδόν πάντα πρέπει να προηγείται της θεραπείας. Η εμπειρία του Ιατρού δεν είναι αρκετά σημαντικός λόγος έτσι ώστε να μην διενεργηθεί. Η βιοψία μπορεί να είναι είτε ανοικτή είτε κλειστή με την τελευταία να κερδίζει συνεχώς έδαφος. Σαν κλειστή θεωρείται η βιοψία που διενεργείται με ειδική βελόνη βιοψίας η οποία έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει ιστοτεμάχιο το οποίο συλλέγεται σε ειδικό δοχείο φορμόλης. Η βιοψία με βελόνη (needle biopsy) μπορεί να κατευθύνεται με τη βοήθεια φορητού ακτινοσκοπικού μηχανήματος (C-ARM guided), με καθοδήγηση από αξονικό τομογράφο (CT – guided) ενώ στα μαλακά μόρια μπορεί να χρησιμοποιηθεί η καθοδήγηση από υπερηχογάφο (U.S. – guided). Δεν συνιστώνται οι τυφλές βιοψίες, οι βιοψίες σε εξωτερικά ιατρεία και βέβαια βιοψίες που δεν ακολουθούν τις γραμμές των χειρουργικών προσπελάσεων έτσι ώστε να ενέχεται κίνδυνος παραμονής μολυσμένης περιοχής μετά την χειρουργική αφαίρεση του όγκου. Το ορθότερο είναι είτε ο ίδιος ο χειρουργός να διενεργεί τη βιοψία είτε ο επεμβατικός ακτινολόγος να συνεργάζεται με το χειρουργό έτσι ώστε η πύλη της βιοψίας να δύναται ν’ αφαιρεθεί κατά την χειρουργική επέμβαση. Οι ανοικτές βιοψίες πρέπει να γίνονται από εξειδικευμένο ογκολόγο – ορθοπαιδικό γιατί πολλές φορές ο όγκος μπορεί να παρουσιάζει ανομοιομορφία και να οδηγήσει έτσι σε λάθος ιστολογική διάγνωση (π.χ. χονδροσάρκωμα – χονδροβλαστικό οστεοσάρκωμα).

Θεραπεία:
Η θεραπεία των οστικών όγκων είναι κυρίως χειρουργική. Σε αρκετές όμως περιπτώσεις η χειρουργική συνδυάζεται τόσο με χημειοθεραπεία όσο και ακτινοθεραπεία ανάλογα με το είδος του όγκου.
Υπάρχουν διάφοροι συνδυασμοί χημειοθεραπευτικών φαρμάκων τα οποία συνεχώς εμπλουτίζονται και μπαίνουν στη φαρέτρα του ογκολόγου σαρκωμάτων με σκοπό τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας αλλά και συνδυασμοί της ίδιας της χημειοθεραπείας με τη χειρουργική.
Η χημειοθεραπεία μπορεί να είναι είτε προεγχειρητική, είτε μετεγχειρητική ή όπως συνήθως και τα δύο. Η ακτινοθεραπεία επίσης μπορεί να συνδυαστεί με τις άλλες δύο θεραπείες.
Η χειρουργική θεραπεία έχει αναπτυχθεί πολύ τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Παλαιότερα οι εγχειρήσεις ακρωτηριασμού ήταν το διεθνές standard. Πλέον η χειρουργική διάσωσης άκρων είναι αυτή που έχει επικρατήσει παγκοσμίως. Υπάρχουν πλέον διαθέσιμες πολλές τεχνικές αφαίρεσης του οστικού τμήματος στο οποίο αναπτύσσεται ο όγκος και αντικατάστασής του με μόσχευμα ή με πρόθεση έτσι ώστε να μη χάνεται η λειτουργικότητα του άκρου που υποβάλλεται στην επέμβαση και ο ασθενής να παραμένει δραστήριος και λειτουργικός. Επίσης έχουν αναπτυχθεί κλίμακες βαθμολόγησης (scores) των αποτελεσμάτων αυτών των χειρουργικών επεμβάσεων όπως το TESS και το MSTS scores.